νοτιάς

νοτιάς
ο
νότιος άνεμος: Φυσάει νοτιάς, θα βρέξει.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • νοτιάς — (I) ο 1. νότιος άνεμος 2. υγρός καιρός 3. ο νότος. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού ουσ. νοτιά, η, με αλλαγή γένους, κατά το βοριάς]. (II) νοτιάς, ἡ (Μ) αρρώστια που προσβάλλει τα πουλιά, είδος κόρυζας. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από συμφυρμό… …   Dictionary of Greek

  • νοτίας — νοτίᾱς , νότιος moist fem acc pl νοτίᾱς , νότιος moist fem gen sg (attic doric aeolic) νοτίᾱς , νοτία damp fem acc pl νοτίᾱς , νοτία damp fem gen sg (attic doric aeolic) νοτίᾱς , νοτιάω imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νότιας Οσετίας, Αυτόνομη Περιοχή — (γεωργ. Shida Kartli , διεθν. South Ossetia). Περιοχή (3.900 τ. χλμ., 359.400 κάτ το 2003) της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γεωργίας, στις νότιες κατωφέρειες του Μεγάλου Καυκάσου. Πρωτεύουσά της είναι η Τσιχινβάλι (41.600 κάτ. το… …   Dictionary of Greek

  • Νότιας Ρόδου, δήμος — Νέος δήμος (53.709 κάτ.) του νομού Δωδεκανήσου, που συστάθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας και αποτελείται από τις πρώην κοινότητες Απολακκιάς, Αρνίθας, Ασκληπιείου, Βατίου, Γενναδίου, Ιστρίου, Κατταβίας, Λαχανιάς, Μεσαναγρού και Προφίλιας, οι… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλίας, Ιερά Μητρόπολη και Εξαρχία Νότιας Ευρώπης — Μητρόπολη με έδρα τη Βενετία, όπου υπάρχει κοινότητα ορθοδόξων Ελλήνων από το 1498. Ιδρύθηκε το 1991 με πατριαρχικό και συνοδικό τόμο και αναγνωρίστηκε από το ιταλικό κράτος ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με προεδρικό διάταγμα στις 16… …   Dictionary of Greek

  • Αμερική — I (America) Μία από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας· γεωγραφικά χωρίζεται σε τρία τμήματα, τη Βόρεια Α., την Κεντρική Α. (μαζί με τα νησιά της Καραϊβικής θάλασσας) και τη Νότια ή Λατινική Α. Πολιτικά, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η… …   Dictionary of Greek

  • Αυστραλία — Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό και τον Ειρηνικό ωκεανό, που περιλαμβάνει την ομώνυμη μεγάλη νήσο του νότιου Ειρηνικού (λόγω του μεγέθους θεωρείται ηπειρωτικό έδαφος), την Τασμανία και άλλα νησιά.Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό… …   Dictionary of Greek

  • Κορέα, Νότια — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κορέας Έκταση: 98.480 τ. χλμ. Πληθυσμός: 48.324.000 (2002) Πρωτεύουσα: Σεούλ (9.853.972 κάτ. το 2000)Κράτος της ανατολικής Ασίας, το οποίο καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της Κορεατικής χερσονήσου. Συνορεύει με τη… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Λεσότο — Κράτος της νότιας Αφρικής. Περικλείεται από τη Νοτιοαφρικανική Δημοκρατία.Το Λ. βρίσκεται στο υψηλότερο ορεινό σημείο της νότιας Αφρικής· βρετανικό προτεκτοράτο έως τις 4 Οκτωβρίου 1966 με την ονομασία Mπασουτολάνδη, η χώρα αυτή οφείλει την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”